τεμαχισμός

ουσιαστικό

1. Το κόψιμο ή η διαίρεση ενός υλικού σώματος ή αντικειμένου σε κομμάτια.

2. Η διαίρεση μιας έκτασης (π.χ. γης), ενός κράτους ή ενός ενιαίου συνόλου σε μικρότερα τμήματα.

Συνώνυμα

κομμάτιασμα κατάτμηση κατακερματισμός διαμελισμός κατατεμαχισμός κόψιμο λιανισμός ξεκομμάτιασμα διαίρεση διαχωρισμός μερισμός διαμερισμός διάσπαση θρυμματισμός αποκοπή

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο τεμαχισμός του κρέατος έγινε με απόλυτη ακρίβεια από τον έμπειρο κρεοπώλη.
  • Ο διαρκής τεμαχισμός των αγροτεμαχίων αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για την αποδοτικότητα των καλλιεργειών.
  • Η μυστική συμφωνία των ισχυρών δυνάμεων προέβλεπε τον τεμαχισμό της ηττημένης αυτοκρατορίας σε ζώνες επιρροής.
  • Μετά τον τεμαχισμό των κορμών των δέντρων, τα ξύλα αποθηκεύτηκαν για τον χειμώνα.