τεντωμένος
επίθετο1. Που έχει τραβηχτεί προς τα άκρα και βρίσκεται υπό τάση, χωρίς χαλαρότητα (για σχοινί, ύφασμα, χορδή).
2. Που έχει εκταθεί πλήρως σε ευθεία γραμμή, χωρίς λύγισμα (για μέλη του σώματος).
Συνώνυμα
τεταμένος σφιχτός σφιγμένος ίσιος φορτισμένος οξυμένος πιεσμένος εκτεταμένος απλωμένος ξεδιπλωμένος στρωτός άκαμπτος νευρικός αγχωμένος εκρηκτικός
Αντώνυμα
χαλαρός χαλαρωμένος λυγισμένος μαζεμένος διπλωμένος τσαλακωμένος ήρεμος αποφορτισμένος ατάραχος κρεμάμενος
Παραδείγματα χρήσης
- Κράτα το σχοινί καλά τεντωμένο για να μην παρασυρθεί η βάρκα από το κύμα.
- Στάθηκε στην άκρη του βατήρα με τα χέρια τεντωμένα ψηλά πριν βουτήξει.
- Τα νεύρα του ήταν τόσο τεντωμένα που ξέσπασε σε φωνές με το παραμικρό λάθος.
- Η κατάσταση ανάμεσα στις δύο χώρες παραμένει τεντωμένη μετά τις πρόσφατες δηλώσεις.