τερατώδης
επίθετο1. Που προκαλεί αποτροπιασμό ή φρίκη με την εμφάνισή του· παραμορφωμένος, αποκρουστικός σαν τέρας.
2. Υπερβολικά μεγάλος σε μέγεθος, ποσότητα ή ένταση· κολοσσιαίος.
3. Εξαιρετικά σκληρός, απάνθρωπος, ανήθικος ή στυγερός.
Συνώνυμα
τεράστιος κολοσσιαίος αποτρόπαιος φρικαλέος πελώριος φρικτός γιγάντιος αποκρουστικός στυγερός απάνθρωπος θεόρατος εξωφρενικός τερατόμορφος δύσμορφος βδελυρός ανήκουστος ασύλληπτος ανείπωτος δυσθεόρατος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αντίκρισαν ένα τερατώδες πλάσμα να αναδύεται από τα σκοτεινά βάθη της λίμνης.
- Οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως έναν ναό τερατωδών διαστάσεων.
- Η δολοφονία του αθώου παιδιού ήταν μια τερατώδης πράξη που συγκλόνισε την κοινή γνώμη.
- Επινόησε ένα τερατώδες ψέμα για να δικαιολογήσει τη μακροχρόνια απουσία του.