τηλεγράφημα

ουσιαστικό

Γραπτό ή τυπωμένο μήνυμα που μεταδίδεται τηλεγραφικά μέσω ηλεκτρικού σήματος από ένα σημείο σε άλλο, συνήθως με κωδικοποίηση, και παραδίδεται στον παραλήπτη ως σύντομη ανακοίνωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έστειλαν ένα τηλεγράφημα για να ανακοινώσουν τα αποτελέσματα.
  • Στον παππού μου έφτανε συχνά ένα τηλεγράφημα από το εξωτερικό.
  • Το διεθνές πρακτορείο έστειλε ένα τηλεγράφημα με τα πρώτα νέα του σεισμού.
  • Η είδηση ήρθε με ένα σύντομο τηλεγράφημα που έκλεινε με τη λέξη 'Επιτυχία'.
  • Κράτησα το τηλεγράφημα ως αποδεικτικό στοιχείο της συμφωνίας.