τμηματικός
επίθετο1. Που γίνεται κατά μέρη ή στάδια και όχι μονομιάς· σταδιακός.
2. Που αναφέρεται ή ανήκει σε συγκεκριμένο τμήμα ενός οργανισμού, υπηρεσίας ή συνόλου.
3. Που αποτελείται από επιμέρους τμήματα ή κομμάτια· μερικός, αποσπασματικός.
Συνώνυμα
σταδιακός βαθμιαίος μερικός επιμέρους κλιμακωτός διαδοχικός αποσπασματικός τμηματοποιημένος κατακερματισμένος κομματιαστός δομοστοιχειωτός φασικός κατάτμητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξόφληση του ποσού θα πραγματοποιηθεί με τμηματικές καταβολές σε βάθος δώδεκα μηνών.
- Η τμηματική παράδοση του αυτοκινητοδρόμου επέτρεψε την αποσυμφόρηση της κυκλοφορίας πριν ολοκληρωθεί το έργο.
- Πραγματοποιήθηκε τμηματικός έλεγχος στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου για λόγους ασφαλείας.
- Η τμηματική αναδιάρθρωση του οργανισμού προκάλεσε προσωρινές καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση των αιτήσεων.