τραμπουκισμός

ουσιαστικό

1. Άσκηση σωματικής ή ψυχολογικής βίας, απειλών και εκφοβισμού, συνήθως από οργανωμένα άτομα ή ομάδες, με σκοπό την επιβολή, τη χειραγώγηση ή τη φίμωση αντιφρονούντων.

Συνώνυμα

εκφοβισμός τραμπουκιά νταηλίκι τρομοκράτηση προπηλακισμός τρομοκρατία τσαμπουκάς χουλιγκανισμός βιαιοπραγία βία παλληκαρισμός λεονταρισμός αυθαιρεσία αλητεία βαναυσότητα χειροδικία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διοίκηση καταδίκασε απερίφραστα τον τραμπουκισμό εις βάρος των εργαζομένων.
  • Τέτοιοι απροκάλυπτοι τραμπουκισμοί δεν έχουν καμία θέση σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα.
  • Έπεσε θύμα τραμπουκισμού από ομάδα αγνώστων έξω από το πανεπιστήμιο.
  • Προσπάθησε να επιβάλει την άποψή του στη συνέλευση με απειλές και τραμπουκισμούς.