τυλίγω
ρήμα1. Καλύπτω κάτι ολόγυρα με χαρτί, ύφασμα ή άλλο υλικό για προστασία, μεταφορά ή δώρο.
2. Συσπειρώνω εύκαμπτο υλικό (νήμα, καλώδιο, χαρτί) σε κύλινδρο ή κουβάρι.
3. Περιβάλλω στενά ή σκεπάζω ολοκληρωτικά (για ομίχλη, καπνό, φλόγες).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξετυλίγω ξετυλίσσω ξεδιπλώνω αποσυσκευάζω ξεπακετάρω ξεκουβαριάζω ανοίγω ξεσκεπάζω αποκαλύπτω ξεκουκουλώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Πήρε το δώρο και άρχισε να το τυλίγει προσεκτικά με γυαλιστερό χαρτί.
- Κάνει πολύ κρύο, γι' αυτό τυλίξου καλά με το κασκόλ σου πριν βγεις.
- Μόλις τελειώσεις με το πότισμα, πρέπει να τυλίξεις το λάστιχο στη βάση του.
- Πυκνή ομίχλη τύλιξε το βουνό και περιόρισε σημαντικά την ορατότητα.
- Πρόσεχε γιατί είναι πανούργος και θα σε τυλίξει πριν καν το καταλάβεις.