υπαίθρος
ουσιαστικό1. Η γεωγραφική περιοχή έξω από τις πόλεις και τα μεγάλα αστικά κέντρα, που χαρακτηρίζεται από αγροτικές εκτάσεις και φυσικό τοπίο.
2. Ο ανοιχτός, μη στεγασμένος χώρος στη φύση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πολλοί κάτοικοι των μεγαλουπόλεων επιλέγουν να περάσουν το σαββατοκύριακο στην ύπαιθρο για να ξεκουραστούν.
- Η εγκατάλειψη της υπαίθρου οδήγησε στη ραγδαία ερήμωση των ορεινών χωριών.
- Το καλοκαιρινό φεστιβάλ κινηματογράφου διεξάγεται στην ύπαιθρο, κάτω από τον έναστρο ουρανό.
- Η οικονομική ανάπτυξη της υπαίθρου αποτελεί προτεραιότητα για τη στήριξη του πρωτογενούς τομέα.