υποπλοίαρχος

ουσιαστικό

1. Βαθμός κατώτερου αξιωματικού στο Πολεμικό Ναυτικό και στο Λιμενικό Σώμα, ανώτερος του ανθυποπλοιάρχου και κατώτερος του πλωτάρχη, αντίστοιχος με τον λοχαγό του Στρατού Ξηράς και τον σμηναγό της Πολεμικής Αεροπορίας.

Συνώνυμα

ύπαρχος υποκαπετάνιος αντικυβερνήτης βοηθός αναπληρωτής γραμματικός συγκυβερνήτης αξιωματικός λοχαγός σμηναγός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο υποπλοίαρχος ανέλαβε τη διακυβέρνηση του πλοίου κατά τη διάρκεια της νυχτερινής βάρδιας.
  • Μετά από τέσσερα χρόνια ευδόκιμης υπηρεσίας, προήχθη από ανθυποπλοίαρχος σε υποπλοίαρχο.
  • Οι εντολές του κυβερνήτη μεταβιβάστηκαν στο πλήρωμα μέσω του υποπλοιάρχου.
  • Ως υποπλοίαρχος στο δεξαμενόπλοιο, έχει την κύρια ευθύνη για τη συντήρηση και την ασφάλεια του φορτίου.