υποτάσσω

ρήμα

1. Επιβάλλω την εξουσία, τον έλεγχο ή την κυριαρχία μου επάνω σε κάποιον με τη δύναμη, τα όπλα ή τον πειθαναγκασμό.

2. Αναγκάζω κάποιον να πειθαρχήσει, να συμμορφωθεί ή να καμφθεί η αντίστασή του.

Συνώνυμα

καθυποτάσσω υποδουλώνω σκλαβώνω ανδραποδίζω δαμάζω τιθασεύω κατακτώ εξουσιάζω καταστέλλω λυγίζω αλυσοδένω καταβάλλω κατατροπώνω πειθαρχώ χειραγωγώ εξημερώνω υποβιβάζω φιμώνω

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πανίσχυρη αυτοκρατορία κατάφερε να υποτάξει όλες τις γειτονικές πόλεις-κράτη.
  • Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια για να υποτάξει τον εγωισμό του και να ζητήσει συγγνώμη.
  • Ο δικτάτορας υπέταξε τον λαό με τη χρήση ωμής βίας και εκφοβισμού.
  • Στην επιστημονική έρευνα οφείλουμε να υποτάσσουμε τις προσωπικές πεποιθήσεις στα αποδεδειγμένα γεγονότα.