υποτακτικότητα

ουσιαστικό

1. Η διάθεση, η τάση ή η συνήθεια να υποτάσσεται κανείς στη θέληση και στις εντολές των άλλων· πειθήνια συμπεριφορά.

2. Έλλειψη ανεξαρτησίας, πνεύματος αντίστασης ή αυτενέργειας· δουλικότητα.

Συνώνυμα

πειθηνιότητα ευπείθεια υποταγή δουλοπρέπεια δουλικότητα δουλοφροσύνη υποχωρητικότητα ενδοτικότητα υπακοή ραγιαδισμός παθητικότητα συμμόρφωση αβουλία κομφορμισμός πειθαρχία

Αντώνυμα

ανυποταξία απειθαρχία ανυπακοή επαναστατικότητα ανυποχωρητικότητα αντίσταση ανεξαρτησία αυτονομία αυτενέργεια αδιαλλαξία ισχυρογνωμοσύνη

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απόλυτη υποτακτικότητα των υπαλλήλων στις απαιτήσεις της διοίκησης δημιούργησε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον.
  • Κανείς δεν περίμενε τέτοια υποτακτικότητα από έναν άνθρωπο που παλαιότερα υπερασπιζόταν σθεναρά τις απόψεις του.
  • Το απολυταρχικό καθεστώς επιβραβεύει την τυφλή υποτακτικότητα και τιμωρεί κάθε ελεύθερη φωνή.
  • Μεγάλωσε σε μια οικογένεια όπου η υποτακτικότητα απέναντι στους μεγαλύτερους θεωρούνταν η ύψιστη αρετή.