υποτελής
επίθετο1. Που υπάγεται στην εξουσία, την κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία άλλου, βρίσκεται υπό τον έλεγχο ή την καθοδήγησή του.
2. Που συμπεριφέρεται με υποτακτικότητα ή υποχώρηση απέναντι σε πρόσωπα ή απαιτήσεις, δείχνει υπακοή ή έλλειψη αυτονομίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο υποτελής γαιοκτήμονας όφειλε φόρους στον δούκα.
- Ο υποτελής του διευθυντή εκτελούσε καθημερινά τις εντολές του.
- Η στάση της εργαζόμενης ήταν υποτελής σε συζητήσεις με τους πελάτες.
- Η υποτελής πρόταση εξαρτάται από την κύρια πρόταση στη σύνταξη.
- Η μεταβλητή y θεωρείται υποτελής στη μαθηματική σχέση με την x.