υποτονικά

επίρρημα

1. Με τρόπο άτονο, χωρίς ένταση, ζωντάνια, ρυθμό ή ενεργητικότητα.

2. Με υποβαθμισμένη κινητικότητα ή συναλλακτική δραστηριότητα.

3. (Ιατρική, φυσιολογία) Με μειωμένο μυϊκό τόνο ή χαμηλότερη ωσμωτική πίεση.

Συνώνυμα

άτονα νωθρά χλιαρά μουδιασμένα νωχελικά χαλαρά βαριεστημένα ραθύμως ράθυμα αδρανώς πλαδαρά μαλθακά απρόθυμα αδιάφορα απαθώς νυσταλέα αργά

Αντώνυμα

έντονα ζωηρά δυναμικά ενεργητικά δραστήρια σθεναρά θερμά παθιασμένα γοργά μαχητικά

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αγορά κινήθηκε υποτονικά καθ' όλη τη διάρκεια της εορταστικής περιόδου.
  • Αντέδρασε μάλλον υποτονικά στα ευχάριστα νέα, σαν να μην τον αφορούσαν.
  • Η ομάδα ξεκίνησε τον αγώνα υποτονικά, αλλά κατάφερε να ανατρέψει το σκορ στο τέλος.
  • Το κοινό χειροκρότησε υποτονικά μετά το τέλος της παράστασης, δείχνοντας την απογοήτευσή του.