υπόβαθρο
ουσιαστικό1. Στρώμα, βάση ή υπόστρωμα που βρίσκεται κάτω από μια επιφάνεια ή κατασκευή και προσφέρει στήριξη ή προστασία.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η υποψήφια έχει ισχυρό υπόβαθρο στον τομέα της βιολογίας.
- Στο υπόβαθρο της φωτογραφίας διακρίνονται λόφοι και δέντρα.
- Ως υπόβαθρο στην εκδήλωση έπαιζε απαλή μουσική.
- Για να κατανοήσουμε το ζήτημα χρειάζεται να μελετήσουμε το ιστορικό υπόβαθρο.
- Το γεωλογικό υπόβαθρο της περιοχής είναι πλούσιο σε μεταλλεύματα.