φανερώς

επίρρημα

1. Κατά τρόπο ορατό, ευδιάκριτο και αναμφισβήτητο· με τρόπο που γίνεται άμεσα αντιληπτός.

2. Ανοιχτά, δημόσια και χωρίς προσπάθεια απόκρυψης.

Συνώνυμα

φανερά καταφανώς ολοφάνερα πασιφανώς οφθαλμοφανώς εκδήλως προφανώς σαφώς ξεκάθαρα ευδιάκριτα απροκάλυπτα ανοιχτά δημόσια εναργώς πασίδηλα ολοκάθαρα αναμφισβήτητα αναμφίβολα αυταπόδεικτα

Αντώνυμα

κρυφά κρυφίως αφανώς μυστικά συγκεκαλυμμένα συγκαλυμμένα υπογείως λαθραία δυσδιάκριτα αδιόρατα παρασκηνιακά ασαφώς ανεπαίσθητα ύπουλα

Παραδείγματα χρήσης

  • Παρά τις προσπάθειές του να διατηρήσει την ψυχραιμία του, ήταν φανερώς εκνευρισμένος.
  • Η κατάσταση της υγείας της έχει φανερώς βελτιωθεί μετά τη θεραπεία.
  • Τα επιχειρήματα που παρουσίασε ήταν φανερώς ανεπαρκή για να πείσουν το ακροατήριο.
  • Ενεργούσε φανερώς εναντίον της συμφωνίας, χωρίς να υπολογίζει τις συνέπειες.