φινέτσα
ουσιαστικό1. Κομψότητα και λεπτότητα στην εμφάνιση, στο ντύσιμο ή στους τρόπους συμπεριφοράς.
2. Υψηλή αισθητική ποιότητα, αρτιότητα και ακρίβεια στην κατασκευή ή στην εκτέλεση ενός έργου.
3. Ευγένεια, διακριτικότητα και λεπτότητα πνεύματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ντύσιμό της ξεχώριζε ανάμεσα σε όλους για την απαράμιλλη φινέτσα του.
- Ο χορευτής εκτέλεσε τη δύσκολη χορογραφία με απίστευτη φινέτσα και άνεση.
- Στην επίπλωση του σαλονιού αποτυπωνόταν η ιδιαίτερη φινέτσα του διακοσμητή.
- Αντιμετώπισε την απρεπή συμπεριφορά των συνομιλητών του με αξιοθαύμαστη φινέτσα και ψυχραιμία.