φοιτητής
ουσιαστικό1. Αυτός που σπουδάζει σε ανώτατο ή ανώτερο εκπαιδευτικό ίδρυμα (πανεπιστήμιο, πολυτεχνείο κ.λπ.).
2. Αυτός που παρακολουθεί μαθήματα σε κάποια σχολή, εκπαιδευτήριο ή σεμινάριο· σπουδαστής.
Συνώνυμα
σπουδαστής σπουδάζων προπτυχιακός τελειόφοιτος πρωτοετής μεταπτυχιακός μαθητής εκπαιδευόμενος διδασκόμενος υπότροφος ακροατής κολεγιόπαιδο
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως πρωτοετής φοιτητής, δυσκολεύτηκε αρκετά να προσαρμοστεί στους απαιτητικούς ρυθμούς της σχολής.
- Οι φοιτητές του τμήματος συγκεντρώθηκαν στο κεντρικό αμφιθέατρο για την έναρξη του εξαμήνου.
- Η έκπτωση στα μέσα μαζικής μεταφοράς παρέχεται με την επίδειξη του πάσου φοιτητή.
- Την περίοδο της εξεταστικής, οι φοιτητές γεμίζουν καθημερινά τα αναγνωστήρια της βιβλιοθήκης.