χειροτέρευση
ουσιαστικό1. Η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του να γίνεται κάτι χειρότερο, η μετάπτωση σε μια πιο δυσμενή, επώδυνη ή ανεπιθύμητη κατάσταση.
2. Η υποβάθμιση της ποιότητας, της απόδοσης ή της λειτουργικότητας ενός πράγματος ή μιας κατάστασης.
Συνώνυμα
επιδείνωση υποβάθμιση εκφυλισμός όξυνση δυσχέρανση επιβάρυνση κατάπτωση υποτροπή κατρακύλα παρακμή φθορά κατήφορος πτώση έκπτωση μαρασμός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι μετεωρολόγοι προειδοποιούν για ραγδαία χειροτέρευση του καιρού από τις βραδινές ώρες.
- Παρά τη χορήγηση των φαρμάκων, παρατηρήθηκε απρόσμενη χειροτέρευση της υγείας του ασθενούς.
- Η οικονομική αστάθεια οδήγησε σε περαιτέρω χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών.
- Όλοι φοβούνται τη χειροτέρευση των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο γειτονικές χώρες.