χλεύη

ουσιαστικό

1. Εμπαιγμός, προσβλητική και περιφρονητική κοροϊδία που εκδηλώνεται με λόγια, πράξεις ή χειρονομίες με σκοπό τον εξευτελισμό.

2. Το πρόσωπο ή το αντικείμενο που γίνεται στόχος τέτοιου εμπαιγμού.

Συνώνυμα

χλευασμός εμπαιγμός κοροϊδία λοιδορία μυκτηρισμός περιγέλασμα σαρκασμός εξευτελισμός διασυρμός καταφρόνια περιφρόνηση ειρωνεία καζούρα δούλεμα απαξίωση όνειδος καταισχύνη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η πρότασή του αντιμετωπίστηκε με χλεύη από τα υπόλοιπα μέλη του συμβουλίου.
  • Έγινε αντικείμενο χλεύης εξαιτίας των ατυχών δηλώσεων που έκανε δημόσια.
  • Υπέμεινε στωικά τη χλεύη και τις προσβολές των αντιπάλων του χωρίς να απαντήσει.
  • Στο βλέμμα του δεν υπήρχε απλώς απορία, αλλά απροκάλυπτη χλεύη για όσα άκουγε.