χύμα
επίρρημα1. Χωρίς συσκευασία, σε ελεύθερη ή ασυσκεύαστη μορφή απευθείας από σωρό ή δοχείο.
2. Με τρόπο ακατάστατο, πρόχειρο και ανοργάνωτο.
3. Με συμπεριφορά υπερβολικά χαλαρή, ανεπιτήδευτη, απείθαρχη ή απρεπή και χωρίς τυπικότητες.
Συνώνυμα
χύδην ασυσκεύαστα ακατάστατα πρόχειρα ανοργάνωτα ατημέλητα σκόρπια σωρηδόν χαλαρά ανεπιτήδευτα αφρόντιστα απρόσεκτα ανεπίσημα απείθαρχα ανέμελα
Αντώνυμα
συσκευασμένα τυποποιημένα πακεταρισμένα οργανωμένα τακτοποιημένα προσεγμένα επιμελημένα πειθαρχημένα τυπικά εμφιαλωμένα
Παραδείγματα χρήσης
- Προτιμώ να αγοράζω χύμα κρασί από το οινοποιείο παρά εμφιαλωμένο.
- Άφησε όλα του τα ρούχα χύμα στο πάτωμα και έφυγε βιαστικός.
- Είναι πολύ χύμα τύπος και δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά.
- Μην του μιλάς τόσο χύμα, προσπάθησε να κρατήσεις λίγο τους τύπους.