ψεύτικα

επίρρημα

1. Με ανειλικρινή, υποκριτικό ή προσποιητό τρόπο, χωρίς πραγματικά συναισθήματα.

2. Κατά τρόπο τεχνητό ή μη αυθεντικό, ως απομίμηση του φυσικού ή του πρωτοτύπου.

3. Πρόχειρα, επιφανειακά ή χωρίς πραγματική στερεότητα και ουσία.

Συνώνυμα

ανειλικρινά υποκριτικά προσποιητά κάλπικα επίπλαστα τεχνητά κίβδηλα απατηλά φτιαχτά εικονικά πλασματικά δολερά φαρισαϊκά θεατρινίστικα διπρόσωπα επιφανειακά πρόχειρα

Αντώνυμα

αληθινά πραγματικά γνήσια αυθεντικά ειλικρινά ανεπιτήδευτα αυθόρμητα τίμια ντόμπρα ξάστερα

Παραδείγματα χρήσης

  • Χαμογέλασε ψεύτικα στους καλεσμένους, παρόλο που μέσα της ένιωθε βαθιά θλίψη.
  • Το σκηνικό της παράστασης ήταν στημένο τόσο ψεύτικα που δεν έπειθε κανέναν θεατή.
  • Μου μίλησε τόσο ψεύτικα που κατάλαβα αμέσως πως κάτι μου έκρυβε.
  • Αυτό το έπιπλο κατασκευάστηκε ψεύτικα και διαλύθηκε με την πρώτη μετακόμιση.