άεργος

επίθετο

1. Αυτός που δεν εργάζεται από επιλογή ή συνήθεια και αποφεύγει κάθε κόπο· τεμπέλης, ράθυμος, αργόσχολος.

2. Αυτός που στερείται εργασίας, που δεν έχει δουλειά· άνεργος.

Συνώνυμα

αργόσχολος οκνηρός τεμπέλης ακαμάτης φυγόπονος άπραγος απράγμων ράθυμος αδρανής ρέμπελος χασομέρης άνεργος κηφήνας τεμπελχανάς λουφαδόρος χαραμοφάης τεμπέλμπεης

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περνούσε τη μέρα του στα καφενεία, κάνοντας μια ζωή εντελώς άεργη και ανώφελη.
  • Οι γονείς του ανησυχούσαν επειδή παρέμενε άεργος και δεν έκανε καμία προσπάθεια να βρει δουλειά.
  • Στα ηλεκτρικά κυκλώματα εναλλασσόμενου ρεύματος μετράται τόσο η πραγματική όσο και η άεργη ισχύς.
  • Δεν μπορεί μια κοινωνία να συντηρεί εσαεί τους άεργους σε βάρος εκείνων που μοχθούν καθημερινά.