ακούραστος
επίθετο1. Αυτός που δεν κουράζεται εύκολα, που αντέχει σε παρατεταμένη ή έντονη σωματική ή πνευματική προσπάθεια.
2. Αυτός που εργάζεται, δρα ή συνεχίζει με αμείωτο ζήλο και επιμονή, χωρίς διακοπή.
Συνώνυμα
ακάματος ακαταπόνητος άοκνος ασταμάτητος ακατάβλητος ανεξάντλητος ανθεκτικός αεικίνητος φιλόπονος εργατικός δραστήριος απτόητος επίμονος αδιάκοπος ακατάπαυστος δυναμικός
Αντώνυμα
κουρασμένος κατάκοπος αποκαμωμένος εξαντλημένος οκνηρός τεμπέλης νωθρός ράθυμος καταπονημένος ευκολοκούραστος αδρανής
Παραδείγματα χρήσης
- Παρά την προχωρημένη ηλικία του, παραμένει ένας ακούραστος εργάτης του πνεύματος.
- Η μητέρα μου υπήρξε πάντοτε ακούραστη, φροντίζοντας ασταμάτητα όλη την οικογένεια.
- Οι διασώστες συνέχισαν τις ακούραστες προσπάθειές τους μέσα στα συντρίμμια μέχρι το πρωί.
- Ο γιατρός έδειξε ακούραστο ενδιαφέρον για την πορεία της υγείας όλων των ασθενών του.