ανεξάντλητος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να εξαντληθεί, να σωθεί ή να εκλείψει· αστείρευτος, άφθονος σε ποσότητα ή απόθεμα.
2. (Για άνθρωπο ή ικανότητες) Που διαθέτει απεριόριστες δυνάμεις, ενέργεια ή αντοχή· ακούραστος, ακαταπόνητος.
Συνώνυμα
αστείρευτος αδαπάνητος ατέλειωτος άπειρος ακαταπόνητος ακούραστος ακατάβλητος αμέτρητος άφθονος ατελεύτητος απέραντος ατέρμονος ακατάπαυστος αμείωτος δαψιλής
Αντώνυμα
εξαντλήσιμος πεπερασμένος μετρήσιμος περιορισμένος εξαντλημένος λιγοστός κουρασμένος ανεπαρκής αποκαμωμένος φθαρτός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ήλιος αποτελεί μια ανεξάντλητη πηγή καθαρής ενέργειας για τον πλανήτη μας.
- Παρά τη μεγάλη ηλικία του, παραμένει ένας ανεξάντλητος και εξαιρετικά παραγωγικός δημιουργός.
- Η λαϊκή παράδοση είναι ένας ανεξάντλητος θησαυρός γνώσεων και πολιτισμού.
- Αντιμετώπιζε όλα τα προβλήματα των μαθητών του με ανεξάντλητη υπομονή και καλοσύνη.