αδιάκοπος
επίθετο1. Που συνεχίζεται χωρίς διακοπή, παύση ή ενδιάμεσο κενό· συνεχής, ακατάπαυστος.
2. Που επαναλαμβάνεται διαρκώς, επίμονα και με μεγάλη συχνότητα.
Συνώνυμα
ακατάπαυστος ασταμάτητος αδιάλειπτος συνεχής διαρκής αέναος ατελείωτος ατελεύτητος διηνεκής ακατάσχετος συνεχιζόμενος επίμονος αστείρευτος παντοτινός μόνιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αδιάκοπη βροχή των τελευταίων ημερών προκάλεσε σοβαρές πλημμύρες στην περιοχή.
- Εργάζεται με αδιάκοπο ρυθμό από το πρωί για να παραδώσει εγκαίρως το έργο.
- Ο αδιάκοπος θόρυβος από την κίνηση των οχημάτων δεν τον άφηνε να συγκεντρωθεί.
- Δέχεται αδιάκοπες πιέσεις από τη διοίκηση ώστε να επισπεύσει τις διαδικασίες.