ασυνεχής

επίθετο

1. Που δεν έχει συνέχεια στο χώρο ή στο χρόνο, που παρουσιάζει διακοπές ή κενά.

2. (Μαθηματικά/Φυσική) Που δεν μεταβάλλεται ομαλά και ομοιόμορφα, που παρουσιάζει ασυνέχεια.

3. Που στερείται συνοχής, συνέπειας ή λογικής αλληλουχίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαγράμμιση στον δρόμο είναι ασυνεχής, επομένως επιτρέπεται το προσπέρασμα.
  • Ο μαθηματικός απέδειξε ότι η συγκεκριμένη συνάρτηση είναι ασυνεχής στο σημείο μηδέν.
  • Είχε έναν ασυνεχή ειρμό σκέψης, πηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο χωρίς εξήγηση.
  • Η ασυνεχής ροή του νερού μαρτυρούσε ότι υπήρχε πρόβλημα στην κεντρική αντλία.