διακεκομμένος

επίθετο

1. Που δεν παρουσιάζει συνέχεια στον χώρο, αλλά αποτελείται από διαδοχικά επιμέρους τμήματα και ενδιάμεσα κενά.

2. Που διακόπτεται επανειλημμένα στον χρόνο, χωρίς σταθερή ή ομαλή ροή.

Συνώνυμα

ασυνεχής διακοπτόμενος διαλείπων αποσπασματικός κοφτός σπαστός κομματιαστός κατακερματισμένος κατατμημένος περιοδικός ασυνάρτητος τεμαχισμένος αραιός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Επιτρέπεται η προσπέραση καθώς στο οδόστρωμα υπάρχει διακεκομμένη γραμμή.
  • Μετά από έναν διακεκομμένο ύπνο γεμάτο ανησυχία, ξύπνησε εντελώς εξαντλημένος.
  • Μιλούσε με φωνή διακεκομμένη από τους λυγμούς και δεν μπορούσε να ολοκληρώσει τη φράση του.
  • Η διακεκομμένη λειτουργία του κινητήρα έδειχνε ότι υπήρχε πρόβλημα στην τροφοδοσία καυσίμου.