συνεκτικός

επίθετο

1. Που έχει ικανότητα να συγκρατεί τα επιμέρους στοιχεία του, ώστε να σχηματίζεται ένα ενιαίο, σταθερό σύνολο και να μην διαχωρίζονται εύκολα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το επιχείρημά του ήταν συνεκτικό και πειστικό.
  • Η ομάδα χρειάζεται συνεκτική ηγεσία για να λειτουργήσει σωστά.
  • Το υλικό σχηματίζει ένα συνεκτικό στρώμα που δεν διαλύεται εύκολα.
  • Οι συνεκτικοί δεσμοί μεταξύ των κατοίκων διατηρούν την κοινωνική συνοχή.
  • Το κείμενο είναι περιγραφικό αλλά όχι συνεκτικό, γι' αυτό μπερδεύει τον αναγνώστη.