ομοιογενής

επίθετο

1. Που έχει ομοιόμορφη σύνθεση ή σύσταση σε όλη του την έκταση.

2. Που παρουσιάζει ομοιότητα χαρακτηριστικών ή ιδιοτήτων μεταξύ των μελών ενός συνόλου, χωρίς σημαντικές αποκλίσεις.

Συνώνυμα

ομογενοποιημένος ομοιόμορφος ομοειδής ενιαίος συμπαγής ταυτόσημος ομοιότροπος όμοιος πανομοιότυπος μονολιθικός συνεκτικός αδιαίρετος ισόμορφος μονοτροπικός μονοχρωματικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ομοιογενής κατανομή των δεδομένων δείχνει ομοιόμορφη διασπορά.
  • Η ομοιογενής μίξη του διαλύματος δεν παρουσιάζει διακριτά συστατικά.
  • Ένας ομοιογενής πληθυσμός τείνει να έχει λιγότερες κοινωνικές διαφοροποιήσεις.
  • Η ομοιογενής εξίσωση έχει όρους του ίδιου βαθμού.
  • Η ομοιογενής υφή του προϊόντος εξασφαλίζει σταθερή ποιότητα.