ταυτόσημος

επίθετο

1. Που έχει ακριβώς την ίδια σημασία, έννοια ή περιεχόμενο (κυρίως για λέξεις, όρους ή αφηρημένες έννοιες).

2. Που συμπίπτει απολύτως με κάτι άλλο ως προς τη μορφή, τη φύση ή τα αποτελέσματά του· ολόιδιος, απαράλλακτος.

Συνώνυμα

συνώνυμος ισοδύναμος ίδιος ολόιδιος απαράλλακτος πανομοιότυπος όμοιος ομόλογος αντίστοιχος ισότιμος παρεμφερής ανάλογος

Αντώνυμα

αντώνυμος αντίθετος διαφορετικός ετερώνυμος ανόμοιος διάφορος διακριτός ασύμπτωτος αποκλίνων ασύμβατος ετερόκλητος

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη γλωσσολογία, δύο λέξεις σπάνια θεωρούνται απόλυτα ταυτόσημες σε όλα τα συμφραζόμενα.
  • Οι απόψεις των δύο ερευνητών πάνω στο ζήτημα αποδείχθηκαν σχεδόν ταυτόσημες.
  • Για πολλούς ανθρώπους, η ευτυχία είναι έννοια ταυτόσημη με την εσωτερική γαλήνη.
  • Τα αποτελέσματα των δύο ανεξάρτητων μετρήσεων ήταν ταυτόσημα.