ασύμβατος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να συνυπάρξει ή να εναρμονιστεί με κάτι άλλο λόγω αντιθέσεων στα χαρακτηριστικά, στις απαιτήσεις ή στη λειτουργία.
Συνώνυμα
ασυμβίβαστος αντικρουόμενος αντιφατικός αντίθετος αταίριαστος παράταιρος ασύνδετος άσχετος ετερόκλητος αντιθετικός αντιμαχόμενος αλλότριος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα στοιχεία της έρευνας είναι ασύμβατα, οπότε πρέπει να επανεξεταστούν.
- Η απόφαση του δικαστηρίου κρίθηκε ασύμβατη με το Σύνταγμα.
- Το αρχείο του προμηθευτή είναι ασύμβατο με την παλιά έκδοση του λογισμικού.
- Οι προσωπικότητές τους ήταν ασύμβατες, γι' αυτό η συνεργασία απέτυχε.
- Οι δύο συνεργάτες αποδείχθηκαν ασύμβατοι στο στυλ εργασίας και στις προτεραιότητες.