αρμονικός

επίθετο

1. Που χαρακτηρίζεται από ισορροπία, σωστές αναλογίες και ευχάριστο συνδυασμό στοιχείων, ήχων ή χρωμάτων.

2. Που διακρίνεται από ομόνοια, σύμπνοια, καλή συνεργασία και απουσία συγκρούσεων.

Συνώνυμα

ισορροπημένος σύμμετρος ταιριαστός καλοταιριασμένος ευανάλογος μελωδικός εύρυθμος ευφωνικός καλόφωνος συντονισμένος συμβατός ειρηνικός σύμφωνος καλαίσθητος συναινετικός ομαλός

Αντώνυμα

δυσαρμονικός παράφωνος παράταιρος αταίριαστος κακόφωνος ασύμμετρος ασύμβατος ασυντόνιστος συγκρουσιακός ανισόρροπος άρρυθμος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αρμονική συνύπαρξη των δύο κοινοτήτων αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για όλους.
  • Ο αρχιτέκτονας πέτυχε έναν αρμονικό συνδυασμό παραδοσιακών και μοντέρνων στοιχείων στο κτίριο.
  • Στο μάθημα της φυσικής εξετάσαμε την απλή αρμονική ταλάντωση ενός ελατηρίου.
  • Οι φωνές της χορωδίας δημιούργησαν ένα εξαιρετικά αρμονικό άκουσμα που συγκίνησε το κοινό.