αταίριαστος
επίθετο1. Που δεν ταιριάζει με κάτι άλλο ως προς σχήμα, μέγεθος, χρώμα, στυλ ή λειτουργία, με αποτέλεσμα να φαίνεται αποσπασμένο ή άσχετο από το υπόλοιπο σύνολο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουκάμισο ήταν αταίριαστο με το υπόλοιπο κοστούμι.
- Η συμπεριφορά του ήταν αταίριαστη σε μια επίσημη τελετή.
- Οι δύο χαρακτήρες στο βιβλίο φαίνονταν αταίριαστοι, αλλά τελικά συμπληρώνονταν.
- Η μουσική ήταν αταίριαστη με την ατμόσφαιρα της σκηνής.
- Ένιωθε αταίριαστος ανάμεσα στους συναδέλφους του.