συναινετικός
άλλοΠου δέχεται εύκολα τη γνώμη, την πρόταση ή τη θέληση των άλλων και δείχνει διάθεση να συμφωνήσει ή να παραχωρήσει.
Συνώνυμα
σύμφωνος δεκτικός συνεργάσιμος πρόθυμος συγκαταβατικός ενδοτικός υποχωρητικός ομόφωνος ομόφρων συμβιβαστικός αποδεκτικός επιτρεπτικός εκούσιος χαλαρός εγκεκριμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκαναν μια συναινετική συμφωνία για την επιμέλεια των παιδιών.
- Ο γείτονας ήταν πάντα συναινετικός και πρόθυμος να βοηθήσει.
- Η σχέση τους ήταν αποκλειστικά συναινετική.
- Οι αποφάσεις στη συνεδρία ήταν συναινετικές, χωρίς αντιπαραθέσεις.
- Χρειάζεται ένας συναινετικός διακανονισμός για να λυθεί το ζήτημα.