συνεργάσιμος
επίθετο1. Που είναι πρόθυμος και διαθέσιμος να συνεργαστεί με άλλους, συμμετέχοντας ενεργά και συμβάλλοντας στη συλλογική προσπάθεια.
2. Που διευκολύνει την από κοινού εργασία λόγω ευελιξίας, προσαρμοστικότητας ή θετικής στάσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι πολύ συνεργάσιμος στις ομαδικές εργασίες.
- Με έναν συνεργάσιμος μαθητή, το μάθημα προχωρά πιο εύκολα.
- Η Άννα είναι συνεργάσιμη και πάντα βοηθά τους συναδέλφους της.
- Χρειαζόμαστε ένα συνεργάσιμος άτομο για αυτή τη θέση.
- Ο διευθυντής ήταν συνεργάσιμος και δέχτηκε τις προτάσεις μας.
- Τα παιδιά έγιναν πιο συνεργάσιμα όταν τους εξηγήσαμε τον στόχο.