αμετάπειστος

επίθετο

Που δεν μπορεί να μεταπειστεί, που εμμένει πεισματικά στη γνώμη ή στην απόφασή του και δεν υποχωρεί απέναντι σε επιχειρήματα, πιέσεις ή παρακλήσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Παρά τις εκκλήσεις της οικογένειάς του, έμεινε αμετάπειστος στην απόφασή του να παραιτηθεί.
  • Ήταν τόσο αμετάπειστη στις θέσεις της, που κάθε προσπάθεια διαλόγου κατέληγε σε αδιέξοδο.
  • Οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο εξαιτίας της αμετάπειστης στάσης των δύο πλευρών.
  • Παρέμειναν αμετάπειστοι μέχρι τέλους, αρνούμενοι να δεχτούν οποιονδήποτε συμβιβασμό.