αλύγιστος
επίθετο1. Που δεν καμπυλώνεται ή δεν λυγίζει κάτω από πίεση ή βάρος.
2. (Μεταφορικά) Που διατηρεί ακλόνητη τη στάση, τις αρχές ή το φρόνημά του μπροστά σε δυσκολίες, απειλές ή αντιξοότητες· ανυποχώρητος, ακατάβλητος.
Συνώνυμα
άκαμπτος ανυποχώρητος ανένδοτος ακλόνητος ακατάβλητος άτεγκτος αμετακίνητος ασυμβίβαστος αδιάλλακτος απροσκύνητος άσειστος ατσαλένιος σιδερένιος απτόητος ανυπότακτος σκληρός αγέρωχος ατρόμητος
Αντώνυμα
λυγιστός εύκαμπτος ευλύγιστος υποχωρητικός ενδοτικός διαλλακτικός ελαστικός ευκατάβλητος πειθήνιος χειραγωγήσιμος μαλακός ευάλωτος
Παραδείγματα χρήσης
- Παρά τις αφόρητες πιέσεις και τις απειλές, ο μάρτυρας παρέμεινε αλύγιστος στην απόφασή του να πει την αλήθεια.
- Το υλικό ήταν τόσο σκληρό και αλύγιστο που έσπασε μόλις προσπάθησαν να το κάμψουν.
- Χρειάζεται αλύγιστη θέληση για να τα βγάλει κανείς πέρα σε τέτοιες αντίξοες συνθήκες.
- Οι αλύγιστοι υπερασπιστές της πόλης αντιστάθηκαν μέχρι την τελευταία στιγμή.