αδιάλλακτος
επίθετοΠου δεν δέχεται εύκολα να αλλάξει γνώμη, θέση ή στάση και επιμένει με σταθερότητα στις απόψεις ή στις απαιτήσεις του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διευθυντής έμεινε αδιάλλακτος στις διαπραγματεύσεις και δεν δέχτηκε καμία αλλαγή.
- Παρόλο που του εξήγησαν το λάθος, εκείνος παρέμεινε αδιάλλακτος στη θέση του.
- Η στάση της ήταν τόσο αδιάλλακτη που κανείς δεν κατάφερε να τη μεταπείσει.
- Οι αδιάλλακτοι διαδηλωτές αρνήθηκαν να κάνουν πίσω από τα αιτήματά τους.
- Σε τέτοια θέματα δεν είναι καλό να είσαι αδιάλλακτος και να αποκλείεις κάθε συμβιβασμό.