επίμονος
επίθετο1. Που δεν παραιτείται εύκολα από τον σκοπό του, που επιμένει με σταθερότητα ή πείσμα στις απόψεις, στις αποφάσεις ή στις προσπάθειές του.
Συνώνυμα
ανένδοτος ανυποχώρητος πεισματικός πεισματάρης πεισματώδης αμετάπειστος αδιάλλακτος ασυμβίβαστος ακλόνητος ακατάβλητος καρτερικός σταθερός ισχυρογνώμων φορτικός πιεστικός αδιάκοπος χρόνιος ξεροκέφαλος ακούραστος διαρκής
Αντώνυμα
υποχωρητικός ευένδοτος ευμετάπειστος διαλλακτικός συμβιβαστικός συγκαταβατικός παροδικός πρόσκαιρος εφήμερος ασταθής ευμετάβλητος
Παραδείγματα χρήσης
- Χάρη στον επίμονο χαρακτήρα της κατάφερε να διακριθεί στον επιστημονικό της τομέα.
- Ο γιατρός του συνέστησε περαιτέρω εξετάσεις εξαιτίας ενός επίμονου πονοκεφάλου που δεν υποχωρούσε.
- Η επίμονη άρνησή του να συνεργαστεί οδήγησε τις διαπραγματεύσεις σε αδιέξοδο.
- Μετά από επίμονες προσπάθειες πολλών ωρών, τα σωστικά συνεργεία απεγκλώβισαν τους επιβάτες.