αντιφατικός

επίθετο

1. Που περιέχει ή εκφράζει αντίφαση, που αναιρεί τον ίδιο του τον εαυτό ή έρχεται σε λογική σύγκρουση με άλλα δεδομένα ή δηλώσεις.

2. Που χαρακτηρίζεται από ασυνέπεια, ανακολουθία ή εσωτερικές συγκρούσεις (για πρόσωπο, συμπεριφορά ή χαρακτήρα).

Συνώνυμα

αντικρουόμενος ανακόλουθος αλληλοαναιρούμενος ασύμβατος ασυνεπής αλληλοσυγκρουόμενος αντινομικός ασυμβίβαστος παράδοξος ασυνάρτητος αλλοπρόσαλλος διφορούμενος αμφιλεγόμενος παράλογος διχασμένος ετερόκλητος ασταθής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι καταθέσεις των μαρτύρων ήταν εντελώς αντιφατικές, προκαλώντας μεγάλη σύγχυση στο δικαστήριο.
  • Πρόκειται για έναν βαθιά αντιφατικό άνθρωπο, που άλλα λέει δημόσια και άλλα πράττει ιδιωτικά.
  • Τα αποτελέσματα των ερευνών παραμένουν αντιφατικά, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να καταλήξουμε σε ασφαλές συμπέρασμα.
  • Η απόφαση της διοίκησης είναι αντιφατική σε σχέση με την επίσημη στρατηγική που είχε ανακοινωθεί.