διφορούμενος

επίθετο

1. Που επιδέχεται δύο ή περισσότερες διαφορετικές ερμηνείες, με αποτέλεσμα να μην είναι ξεκάθαρο το νόημά του.

2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ειλικρίνειας, καθαρότητας ή σαφήνειας· ύποπτος, αμφίβολος ή αμφιλεγόμενος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

μονοσήμαντος σαφής ξεκάθαρος ρητός κατηγορηματικός απερίφραστος ευκρινής ευθύς αναμφίβολος αδιαμφισβήτητος διαυγής ολοφάνερος

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δήλωση του πολιτικού ήταν σκόπιμα διφορούμενη, ώστε να ικανοποιήσει και τις δύο παρατάξεις.
  • Άφησε ένα διφορούμενο υπονοούμενο που έκανε όλους στο δωμάτιο να νιώσουν αμήχανα.
  • Η διφορούμενη στάση του στη διαμάχη κίνησε τις υποψίες των συναδέλφων του.
  • Αποφεύγει τις σαφείς δεσμεύσεις χρησιμοποιώντας διαρκώς διφορούμενες εκφράσεις.