αδιαμφισβήτητος

επίθετο

1. Που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση εξαιτίας σαφών, πειστικών ή τεκμηριωμένων στοιχείων.

2. Που γίνεται γενικά αποδεκτός ή αναγνωρίζεται ως βέβαιος και αξιόπιστος χωρίς σοβαρές ενστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η συμβολή του στην επιτυχία της ομάδας είναι αδιαμφισβήτητη.
  • Ο Μάρκος παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης της ομάδας.
  • Οι αποδείξεις που παρουσιάστηκαν ήταν αδιαμφισβήτητες.
  • Η νίκη της στην εκλογή ήταν αδιαμφισβήτητη.
  • Η επιρροή του στη σύγχρονη μουσική είναι αδιαμφισβήτητη.