αταλάντευτος

επίθετο

1. Που δεν ταλαντεύεται, που διατηρεί πλήρη ισορροπία χωρίς να κλυδωνίζεται ή να κινείται δεξιά-αριστερά.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

ταλαντευόμενος αμφιταλαντευόμενος αναποφάσιστος διστακτικός ασταθής κλονιζόμενος άστατος ευμετάβλητος μετέωρος αβέβαιος αμφίρροπος

Παραδείγματα χρήσης

  • Παρέμεινε αταλάντευτος στην απόφασή του να παραιτηθεί, παρά τις πιέσεις που δέχτηκε.
  • Έδειξε αταλάντευτη προσήλωση στις ηθικές αξίες και στα ιδανικά του σε όλη του τη ζωή.
  • Η κυβέρνηση δεσμεύτηκε να ακολουθήσει μια αταλάντευτη πορεία μεταρρυθμίσεων.
  • Αντιμετώπισε κάθε δυσκολία με αταλάντευτη πίστη στην τελική δικαίωση του αγώνα του.