εναρμονισμένος
επίθετο1. Που βρίσκεται σε κατάσταση συμφωνίας, ισορροπίας ή αισθητικής συνάφειας με το περιβάλλον του ή με άλλα στοιχεία.
2. Που έχει τροποποιηθεί ή προσαρμοστεί ώστε να συμβαδίζει με συγκεκριμένους κανόνες, διατάξεις ή πρότυπα.
Συνώνυμα
συντονισμένος ευθυγραμμισμένος συνταιριασμένος προσαρμοσμένος συμβατός συμμορφωμένος ισορροπημένος ταιριαστός σύμφωνος συγκερασμένος ρυθμισμένος κουρδισμένος σύμμετρος ομόφωνος συνυφασμένος
Αντώνυμα
δυσαρμονικός ασυντόνιστος αταίριαστος ασύμβατος ανεναρμόνιστος παράφωνος απροσάρμοστος ανάρμοστος αντιφατικός απορρυθμισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νέος φορολογικός νόμος είναι πλήρως εναρμονισμένος με τις ευρωπαϊκές οδηγίες.
- Το σπίτι χτίστηκε με πέτρα και ξύλο, ώστε να είναι απόλυτα εναρμονισμένο με το φυσικό τοπίο.
- Όλες οι κινήσεις των χορευτών ήταν μοναδικά εναρμονισμένες μεταξύ τους.
- Η χορωδία παρουσίασε μια εξαιρετικά εναρμονισμένη διασκευή του παραδοσιακού τραγουδιού.