ανομοιόμορφος

επίθετο

1. Που δεν παρουσιάζει την ίδια μορφή, όψη, δομή ή σύσταση σε όλα του τα μέρη· που αποτελείται από ανόμοια στοιχεία.

2. Που δεν κατανέμεται, δεν εξελίσσεται ή δεν εκδηλώνεται με τον ίδιο, σταθερό ή ισότιμο τρόπο.

Συνώνυμα

ετερόμορφος ανόμοιος ετερογενής άνισος ασύμμετρος ποικιλόμορφος ετερόκλητος διαφοροποιημένος πολύμορφος ασυνεχής άτακτος ανάμικτος σύμμεικτος πολυειδής

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η επιφάνεια του τοίχου ήταν τραχιά και ανομοιόμορφη, με αποτέλεσμα να δυσκολευτεί ο ελαιοχρωματιστής.
  • Η οικονομική ανάπτυξη στη χώρα παραμένει ανομοιόμορφη, καθώς ευνοεί κυρίως τα μεγάλα αστικά κέντρα.
  • Το μείγμα παρουσίαζε μια ανομοιόμορφη υφή επειδή τα υλικά δεν είχαν ανακατευτεί επαρκώς.
  • Οι μαθητές εμφανίστηκαν με ανομοιόμορφα ρούχα, καθώς δεν υπήρχε κοινός ενδυματολογικός κώδικας.