άτακτος

επίθετο

1. Αυτός που δεν πειθαρχεί, δεν υπακούει σε κανόνες και κάνει σκανταλιές (ιδίως για παιδιά).

2. Που στερείται τάξης, οργάνωσης ή συμμετρίας· ακατάστατος.

3. Που δεν ακολουθεί κανονικό ρυθμό, σταθερότητα ή πρόγραμμα· ακανόνιστος.

Συνώνυμα

απείθαρχος σκανταλιάρης ανυπάκουος ακατάστατος ατίθασος ζωηρός ασύντακτος ανοργάνωτος ασυμμάζευτος ανυπότακτος ακανόνιστος ασυμμόρφωτος ανεξέλεγκτος αποδιοργανωμένος χαώδης αρρύθμιστος αντάρτικος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μικρός είναι πολύ άτακτος και δεν κάθεται φρόνιμος ούτε λεπτό στην τάξη.
  • Άφησε τα βιβλία και τα ρούχα του σε μια άτακτη στοίβα πάνω στο κρεβάτι.
  • Μετά τον αιφνιδιασμό, οι στρατιώτες τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς το δάσος.
  • Στον αγώνα του 1821 πήραν μέρος πολυάριθμα άτακτα στρατεύματα αγωνιστών.