ακατάστατος
επίθετο1. Που έχει αντικείμενα, ρούχα ή άλλα πράγματα σκορπισμένα ή συσσωρευμένα χωρίς τακτοποίηση, χωρίς ιδιαίτερη τάξη στον χώρο.
2. Που χαρακτηρίζεται από έλλειψη οργάνωσης ή συστηματικής διάρθρωσης σε εργασίες, διαδικασίες ή σχέδια.
Συνώνυμα
ατημέλητος αποδιοργανωμένος ανοργάνωτος αφρόντιστος αχτένιστος άτακτος μπερδεμένος σκορπισμένος χαοτικός ανακατεμένος διάσπαρτος χύμα χάλια βρώμικος ακανόνιστος ανισόρροπος ασυνάρτητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ακατάστατη ντουλάπα χρειάζεται τάξη.
- Ο ακατάστατος μαθητής δεν βρίσκει τα τετράδιά του.
- Το δωμάτιο είναι ακατάστατο μετά το πάρτι.
- Οι ακατάστατοι λογαριασμοί δυσκολεύουν τη διαχείριση του σπιτιού.
- Η συζήτηση έγινε ακατάστατη και κανείς δεν κατάλαβε το συμπέρασμα.
- Το πρόγραμμα παραδόσεων είναι ακατάστατο, δεν τηρούνται οι ώρες.