διάσπαρτος

επίθετο

1. Που είναι σκορπισμένος σε διάφορα σημεία ενός χώρου.

2. Που απαντάται αραιά ή σποραδικά μέσα σε ένα σύνολο, κείμενο ή χρονικό διάστημα.

Συνώνυμα

διασκορπισμένος σκόρπιος σκορπισμένος διασπαρμένος διεσπαρμένος διασκορπιστός σποραδικός διάχυτος εσπαρμένος αραιός κατακερματισμένος απλωμένος απομονωμένος ξεκομμένος

Αντώνυμα

συγκεντρωμένος μαζεμένος συσσωρευμένος πυκνός συμπαγής συμπυκνωμένος συσπειρωμένος ομαδοποιημένος συνενωμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Στην πλαγιά του βουνού ήταν διάσπαρτα δεκάδες μικρά πέτρινα ξωκλήσια.
  • Τα συντρίμμια του οχήματος βρέθηκαν διάσπαρτα σε μεγάλη ακτίνα από το σημείο της σύγκρουσης.
  • Ο συγγραφέας άφησε διάσπαρτες νύξεις για το τέλος της ιστορίας στα πρώτα κεφάλαια.
  • Τα έγγραφα ήταν διάσπαρτα πάνω στο πάτωμα και επικρατούσε απόλυτο χάος.