σκορπισμένος
επίθετο1. Που έχει ριχτεί, απλωθεί ή διαμοιραστεί άτακτα σε διάφορα σημεία ενός χώρου.
2. Που βρίσκεται διασκορπισμένος σε πολλά μέρη, χωρίς συνοχή ή ενιαία συγκέντρωση.
Συνώνυμα
διασκορπισμένος σκόρπιος διασπαρμένος διάσπαρτος διεσπαρμένος απλωμένος ριγμένος πεταμένος διαλυμένος ασυγκέντρωτος αφηρημένος σπαταλημένος ξοδεμένος διαχυμένος αποδιοργανωμένος ασύντακτος
Αντώνυμα
συγκεντρωμένος μαζεμένος συμμαζεμένος συσσωρευμένος τακτοποιημένος νοικοκυρεμένος ομαδοποιημένος ενωμένος εστιασμένος προσηλωμένος συμπυκνωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Τα βιβλία και τα χαρτιά του ήταν σκορπισμένα σε όλο το γραφείο.
- Μετά τον πόλεμο, τα μέλη της οικογένειας κατέληξαν σκορπισμένα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
- Φαινόταν πολύ σκορπισμένος στη σημερινή σύσκεψη και δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τη συζήτηση.
- Μετά το πέρασμα του δυνατού αέρα, τα ξερά φύλλα έμειναν σκορπισμένα σε όλη την αυλή.