περιποιημένος

επίθετο

1. Αυτός που έχει δεχτεί επιμέλεια και φροντίδα ως προς την καθαριότητα, την εμφάνιση ή την ενδυμασία του.

2. Χώρος ή αντικείμενο που διατηρείται σε τάξη, καθαριότητα και καλή κατάσταση.

Συνώνυμα

φροντισμένος επιμελημένος καλοβαλμένος νοικοκυρεμένος προσεγμένος σουλουπωμένος σένιος σενιαρισμένος ευπρεπής τακτοποιημένος κομψός καλαίσθητος καλοφτιαγμένος αρωματισμένος πλούσιος άψογος καθαρός

Αντώνυμα

απεριποίητος ατημέλητος αφρόντιστος παραμελημένος ασουλούπωτος κακοβαλμένος ανοικοκύρευτος ακατάστατος παρατημένος πρόχειρος λερωμένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Εμφανίστηκε στη συνέντευξη για δουλειά πολύ κομψός και περιποιημένος.
  • Το εξοχικό τους έχει έναν ιδιαίτερα περιποιημένο κήπο γεμάτο λουλούδια.
  • Μας υποδέχτηκαν θερμά και μας πρόσφεραν ένα εξαιρετικά περιποιημένο τραπέζι.
  • Παρά τη δύσκολη καθημερινότητα, παραμένει πάντοτε μια περιποιημένη γυναίκα.